Showing posts with label ΤΑΞΙΔΙ. Show all posts
Showing posts with label ΤΑΞΙΔΙ. Show all posts

Wednesday, February 1, 2012

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΑ

Αποκριά (αποκρεά) σημαίνει αποχή από το κρέας. Επίσης, κατά μία εκδοχή, η λατινογενής λέξη «Καρναβάλι» αποτελείται από τις λέξεις carne = κρέας και vale = χαιρετώ. Οι μελετητές συμφωνούν πως οι ρίζες των εθίμων της Αποκριάς βρίσκονται στην αρχαιότητα. Στις πομπές που γίνονταν κατά τη διάρκεια των Ελευσινίων Μυστηρίων (που μαζί με τα Διονύσια ήταν οι πρόγονοι του σημερινού καρναβαλιού), για να μεταφερθεί το Ιερό Πέπλο της Αθηνάς στον Παρθενώνα, μέσω της Ιεράς Οδού. Παρήλαυνε επίσης και μια μικρογραφία Ιερού Πλοίου (Πάραλος, Σαλαμινία) πάνω σε ρόδες. Σε αρχαία αγγεία συναντάμε παράσταση του Διονύσου που κάθεται πάνω σε ένα τέτοιο πλοίο. Ετσι, κατά την άλλη εκδοχή, η λέξη Καρναβάλι προέρχεται από τις λατινικές λέξεις «carrus navalis», που σημαίνει ναυτικό αμαξίδιο.
ΣΚΥΡΟΣ

Saturday, September 4, 2010

ΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ, ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΑ ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ

Μήνας του τρύγου ο Σεπτέμβριος και τα σύγχρονα οινοποιεία αναμένουν τις νέες σοδειές.
Ο Τρυγητής είναι ακόμη παντού ο ίδιος πλέον, τα μέσα διαφοροποιούνται από τόπο σε τόπο, από οινοποιείο σε οινοποιείο. Η συλλογή μένει τις περισσότερες φορές πιστή στην παράδοση, ­ νέοι και γέροι μαζεύονται με την ανατολή του ηλίου στους αμπελώνες, τραγουδούν και κολατσίζουν ­ και τρυγούν…αν και τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται όλο και περισσότερο ο μηχανικός τρύγος.

Το δημοτικό τραγούδι λέει:
"Μπαίνω στο αμπέλι σα νοικοκυρά,
να κι ο νοικοκύρης, που 'ρχεται κοντά.
Ελα, νοικοκύρη, να τρυγήσουμε,
κόκκινα σταφύλια να πατήσουμε"

Στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από διακόσιες ποικιλίες σταφυλιών, οι περισσότερες από τις οποίες είναι πολύ παλιές και προέρχονται από διασταυρώσεις κλημάτων.

Ο τρύγος ήταν πάντα ένας αγώνας με τον χρόνο και συνάμα πανηγύρι. Αγώνας να μην πιάσει βροχή, αγώνας να «έχουν βαθμούς τα σταφύλια» και πανηγύρι για τις οικογένειες που τρυγούσαν κόπους ολόκληρης χρονιάς.
   Σήμερα αυτός ο αγώνας συνεχίζεται. Για τους ίδιους λόγους και για άλλους. Η στιγμή του τρύγου είναι για μας, όπως και για κάθε αμπελουργό, η επιβράβευση της φροντίδας και καλλιέργειας μια ολόκληρης χρονιάς. Είναι η στιγμή που καρπώνονται οι αγωνίες και οι κόποι μας.

Τα σταφύλια μεταφέρονται στο Οινοποιείο. Τα παλιά πατητήρια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών, αποτελούν απλώς ανάμνηση.Οι σύγχρονες οινοποιητικές εγκαταστάσεις, ανοξείδωτα μηχανήματα και δεξαμενές είναι πλέον υπεύθυνα για την έκθλιψη των στεφύλων και την αποθήκευση του μούστου.    Η στιγμή του τρύγου και η δουλειά του αμπελουργού τελειώνει. Η δουλειά του οινοποιού μόλις άρχισε. Ο μούστος πρέπει να ζυμωθεί. Ελεγχόμενες θερμοκρασίες, για να βγουν τα αρώματα και να αποκτήσει το κρασί ισορροπημένα χαρακτηριστικά. Υπό χαμηλή θερμοκρασία ο μούστος, για να μη ζυμωθεί και «πάρει βράση». Ο οινολόγος ελέγχει, εμείς στο τέλος δοκιμάζουμε.

Monday, April 12, 2010

ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

ΤΑΦΙΚΟ ΕΘΙΜΟ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ

Πανποντιακόν Πανοϋρ "Τη Θωμά'ς σα Σούρμενα" έγινε χτες Κυριακή του Θωμά, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, με αφορμή το γνωστό έθιμο των Ποντίων, κυρίως όσων έχουν έρθει από την πρώην ΕΣΣΔ, το Ταφικό έθιμο.
Η Κυριακή του Θωμά θεωρείται ημέρα μνήμης των νεκρών. Την ημέρα αυτή αναβιώνει το Ταφικό έθιμο, με ρίζες παλιές από την παράδοση των ορθοδόξων Ποντίων. Στα νεκροταφεία χωριών και πόλεων με έντονο ποντιακό στοιχείο, στους νομούς Αττικής, Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Κομοτηνής, Κοζάνης,Δράμας το έθιμο τηρείται
ανελλιπως, έτσι έγινε και φέτος, κι είναι ένα από τα τελευταία έθιμα της πασχαλινής περιόδου που κλείνει σήμερα.
Γιορτάζουν μαζί με τους νεκρούς συγγενείς και φίλους την Ανάσταση, τιμούν τους νεκρούς της οικογένειας με κρασί και ποντιακή λύρα, μεταφέρουν τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης στους δικούς τους ανθρώπους. Εκεί, γύρω από τους τάφους συγγενών και φίλων στρώνουν τα φαγητά που έφεραν μαζί τους, ανάβουν κεριά στους τάφους των νεκρών τους προς ανάπαυση των ψυχών αυτών, σπάνε κόκκινα πασχαλινά αβγά, τρώνε και
πίνουν, ανταλάσσουν μεταξύ τους τρόφιμα. Όλα αυτά πάνω στους τάφους, για να δείξουν ότι δεν τους ξεχνάνε όσους "έφυγαν" αλλά και πως δεν φοβούνται τον θάνατο.





Η «Ανδρομάνα» στη Δεσκάτη Γρεβενών

Οι κάτοικοι της Δεσκάτης Γρεβενών αποχαιρετούν ανήμερα της Ζωοδόχου Πηγής, την Παρασκευή μετά το Πάσχα, την Πασχαλιά με διόρρυθμα παραδοσιακά τραγούδια και χορούς, αλλά και με την «Ανδρομάνα», ένας χορός που αποτελείται από άνδρες που σχηματίζουν τρία πατώματα, έξι στο πρώτο, πέντε στο δεύτερο-πάνω στις πλάτες των πρώτων και άλλοι τρεις στην κορυφή.
Αφού προηγηθεί ο Τρανός Χορός στην κεντρική πλατεία, η ανθρώπινη πυραμίδα που σχηματίζει η ΑΝΤΡΟΜΑΝΑ, δίνει την ευκαιρία στο χορό να αλλάξει και τους ρυθμούς των τραγουδιών, που από αργούς και λυπητερούς μετατρέπονται σε γρήγορους και εύθυμους. Είναι μάλιστα και η στιγμή που τραγουδιέται το «ώρα καλή σου Πασχαλιά και τώρα
και του χρόνου ...», το τραγούδι με το οποίο γίνεται το «κατευόδιο της Πασχαλιάς».
Ο "αποχαιρετισμός της Πασχαλιάς" συμβαίνει και σε άλλα χωριά των Γρεβενών, όπως Στον Άγιο Κοσμά, στις Αμυγδαλιές, στον Αετό.




Την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής έγινε και στο Τρίκερι, πάνω στη Χώρα, ο Χορός των Γυναικών με τις περίφημες τρικεριώτικες φορεσιές, για το Ξόδι της Πασχαλιάς, όπως κάθε χρόνο.




Στην Τήνο τα Ροδάρια
Είναι ένα ιδιαίτερο έθιμο που αναβιώνει κάθε Κυριακή του Θωμά στο μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας της Λακκωτιανής, στα Ιστέρνια. Η ροδάρια λαμβάνει χώρα μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας στην ομώνυμη εκκλησία, η οποία βρίσκεται λίγο έξω από τον οικισμό. Σύμφωνα με το έθιμο, όλοι οι προσκυνητές κάθονται και γευματίζουν σε ένα κοινό τραπέζι, με πλούσια φαγητά. Εκείνη τη στιγμή, οι πιστοί ανταλλάσσουν με τα προσφιλή και αγαπητά τους πρόσωπα τις ροδάριες, που είναι ένα μικρό μπουκέτο λουλουδιών, συνοδευόμενο από κάρτα με αναστάσιμες ευχές.
Η ροδάρια θυμίζει κατάλοιπο των αρχαίων Ανθεστηρίων, της μεγάλης τριήμερης γιορτής των ανθέων, που γίνονταν στην Αθήνα προς τιμή του Διόνυσου, κατά τη διάρκεια του μήνα Ανθεστηρίωνα. Παράλληλα, αναμφισβήτητα έχει κοινά στοιχεία με το χριστιανικό έθιμο της Αγάπης.




Στην Αμοργό
Η περιφορά των εικόνων του Μοναστηριού της Χοζοβιώτισσας σε όλο το νησί, άρχισε Την Κυριακή της Λαμπρής και τελειώνει Κυριακή του Θωμά. Μια ομάδα από κάθε περιοχή του νησιού, πηγαίνει με τα πόδια στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας, απ? όπου παραλαμβάνει από ένα αντίγραφο της Εικόνας της Παναγίας. Μέχρι την Κυριακή του Θωμά, οι κάτοικοι της περιοχής, θα «γυρίσουν» πεζοί την εικόνα από χωριό σε χωριό, από ενορία σε ενορία και σε όσο το δυνατόν περισσότερες εκκλησίες, οπότε και πάλι με τα πόδια θα την επιστρέψουν στο Μοναστήρι.


βλ. εκπομπή 11 Απριλίου 2010 στο ΚΟΚΚΙΝΟ

Thursday, September 4, 2008

ΕΛΒΕΤΙΑ




FRIBOURG, ΕΛΒΕΤΙΑ. φωτο: Tsakiris. Όταν δεν αντέχεις άλλο ελληνικό καλοκαίρι, τη ζέστη, τις φωτιές, τις έντονες μυρωδιές, τις λίγες διακοπές, την άδεια πόλη, τις κοσμικές παραλίες, τα τζιπ στην άμμο, τον ιδρώτα, τη μελαγχολία, τους φίλους να λείπουν και τίποτα να μη δουλεύει... μεταναστεύεις εκεί κι επιστρέφεις στο ωραίο ελληνικό φθινόπωρο... Όνειρα θερινής ημέρας...

Tuesday, September 2, 2008

ΤΣΟΥΧΤΡΑ




Λιμάνι Ναυπλίου, μια μεγάλη μέδουσα, τσούχτρα κοινώς, παίζει στο νερό με το γόνο και το φως... Ευχαριστώ για το πορτραίτο...

Sunday, August 17, 2008

ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ




Η Λίμνη Πλαστήρα από τη θέση Μούχα, μετά τη Καστανιά. Καρδίτσα 2008, Αύγουστος.

ΘΕΣΣΑΛΙΚΟΣ ΚΑΜΠΟΣ

Ο αχανής, καυτός θεσσαλικός κάμπος. Τα στάρια θερισμένα, το βαμβάκι λουλουδιασμένο, το νερό λίγο. Στέρεψαν τα ποτάμια, ο Πηνειός κινδυνεύει, οι γεωτρήσεις δε βγάζουν στάλα νερό. Τι άλλο πρέπει να γίνει για να σταματήσουν οι υδροβόρες καλλιέργειες όπως το μπαμπάκι και το καλαμπόκι;

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΟΝ ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ


Το διήμερο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στον Άγιο Γεώργιο (δήμος Μητρόπολης Καρδίτσας) έγινε μες το δάσος, κάτω από τις καστανιές, στο ξωκκλήσι της Παναγίας. Πέντε χιλιόμετρα χωματόδρομος πάνω από το σημερινό χωριό, στη θέση που κάποτε ήταν το παλιό χωριό του Άη Γιώργη. Διανυκτέρευση στο δάσος, γεννήτριες για το ρεύμα, ψητά στη σούβλα και καζάνια με γίδα και πλιγούρι για όλους, εσπερινός και λειτουργία ανήμερα, η κάθε οικογένεια στη δική της καστανιά, φιλοξενία, χορός και τραγούδι, ωραίο έθιμο.

Saturday, August 9, 2008

DRESDEN



ΔΡΕΣΔΗ
ΣΑΞΟΝΙΑ - ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ανατολικά της Γερμανίας, στην κοιλάδα του ποταμού Έλβα, βρίσκεται μια πανέμορφη κι ιστορική πόλη που η Ουνέσκο κήρυξε μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πρωτεύουσα της Σαξονίας, η δοκιμασμένη σκληρά από το βομβαρδισμό των συμμάχων στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δρέσδη. Η “Βενετία” ή “Φλωρεντία” του βορρά, για πολλούς. Μια πόλη, όχι πολύ μεγάλη, αναγεννημένη, σύγχρονη αλλά και με μία ατμόσφαιρα που έρχεται από τα παλιά. Με δική της αρχιτεκτονική “σχολή” σε κτίρια δημόσια και ιδιωτικές κατοικίες, με ρομαντικές γέφυρες κι εντυπωσιακά παλάτια, με χρώματα μπαρόκ, μεσαιωνικά, σοσιαλιστικά αλλά και μοντέρνα.

Οι περισσότεροι επισκέπτες συνδυάζουν την Δρέσδη με ένα ταξίδι στο Βερολίνο. Τα τελευταία χρόνια, τα μεγάλα ταξιδιωτικά γραφεία έχουν εντάξει την πόλη σαν πρόσθετο δώρο, κι όλη την κοιλάδα του Έλβα, σε τουριστικά πακέτα Βερολίνο – Πότσδαμ – Δρέσδη. Είναι αλήθεια μια πόλη γοητευτική, αρκετά διαφορετική από άλλες κεντρο- ευρωπαϊκές, πιο νότια, πιο γήινη, που σε πολλά σημεία του λεγόμενου ιστορικού κέντρου μοιάζει με υπαίθριο μουσείο. Με μόλις μισό εκατομμύριο πληθυσμό και τέτοια απλωσιά, περπατάς σε μια ανθρώπινη πόλη.
Η πρωτεύουσα του ομόσπονδου κράτους της Σαξονίας, τμήμα της μητροπολιτικής περιοχής του αποκαλούμενου σαξονικού τριγώνου –Δρέσδη, Λειψία, Κένμιτς- έχει μια μακρόχρονη ιστορία.
Όλη αυτή η ιστορία της Δρέσδης, αντανακλά πάνω της. Δεν είναι τυχαία πόλη. Κτίρια, σπίτια, γειτονιές, άνθρωποι, γέφυρες, μαρτυρούν το παρελθόν της σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Βασιλιάδες, τέχνη, πλούτος, πόλεμοι, βομβαρδισμοί, καταστροφή, οικοδόμηση απ’ την αρχή, κομμουνιστικό καθεστώς, επανένωση, αναδημιουργία: οχτακόσια χρόνια πόλη. Τα συμπλήρωσε το 2006.
Μόλις το 2005 ανοικοδομήθηκε από τα ερείπια, η περίφημη Frauenkirche, η εκκλησία της Παναγίας, ένα αριστοτεχνικό μπαρόκ πέτρινο κτίσμα με θόλο σε σχήμα καμπάνας που λειτούργησε σαν σύμβολο της καταστροφής του πολέμου. “Σ’ αυτή τη σημαδεμένη πόλη, που υπάρχουν ακόμη τρύπες στη θέση παλιών σπιτιών, με την αναγέννηση της εκκλησίας της Παναγίας, είναι σα να κλείνουν και κάποιες πληγές”, σκέφτεται φωναχτά κάποιος δίπλα μου. Το μουσείο Zwinger, η όπερα, το παλάτι, το πέτρινο μπαλκόνι του Έλβα, τα εστιατόρια – μπυραρίες σε μεσαιωνικά κτίσματα. Κάτι από την παλιά αίγλη, και κάτι ανθρώπινο από τις εναλλασσόμενες ιστορικές περιόδους: βλέπεις ίσως μια από τις ωραιότερες πόλεις της Ευρώπης.



Η Δρέσδη ήταν η έδρα και κύρια βασιλική κατοικία για τους βασιλιάδες της Σαξονίας από τον 12ο αιώνα, η ιστορία όμως της περιοχής ξεκινά από τη νεολιθική εποχή. Αν και πρόκειται για νεώτερη πόλη σλαβικής προέλευσης, στην περιοχή ήταν εγκατεστημένες φυλές κατά τη Νεολιθική περίοδο του πολιτισμού της γραμμικής αγγειοπλαστικής. Η ίδρυση κι ανάπτυξη της Δρέσδης ήρθε με την επέκταση προς ανατολάς των γερμανικών λαών που έβγαζαν στα κοντινά βουνά μετάλλευμα, αλλά και με την ίδρυση του μαγραβάτου (ηγεμονίας) του Μέισεν. Αργότερα, η Δρέσδη εξελίχθηκε σε πρωτεύουσα της Σαξονίας.
Στα τέλη του 12ου αιώνα, ένας σλαβικός εποικισμός αποκαλούμενοι Drezdany –αλλούβιοι (λατινική λέξη σημ. χώμα, βούρκος, ιζήματα από το ποτάμι) κάτοικοι του δάσους- είχαν αναπτυχθεί στη νότια όχθη. Και μια άλλη εγκατάσταση υπήρξε στη βόρεια όχθη, με ασαφές σλαβικό όνομα, γνωστή σαν αρχαίοι δρέσδιοι, που επαληθεύτηκε αργότερα, το 1350, ως Altendressen. Ο Ντίτριχ, ηγεμόνας του Μέισεν, επέλεξε την Δρέσδη ως προσωρινή κατοικία του το 1206, αποκαλώντας τη θέση Civitas Dresdene. Μετά το 1270 η Δρέσδη έγινε πρωτεύουσα της ηγεμονίας. Αποκαταστάθηκε από την βασιλική δυναστεία των Βετίνων το 1319 και από το 1485 ήταν η βάση των δουκών της Σαξονίας, όπως επίσης και των πριγκίπων εκλεκτόρων από το 1547.
Την εποχή του κυβερνήτη της Σαξονίας Φρειδερίκου Αυγούστου, γνωστού σαν Αύγουστος ο Ισχυρός, 1670 – 1733, πολλοί από τους καλύτερους μουσικούς, αρχιτέκτονες και ζωγράφους της Ευρώπης έζησαν και δημιούργησαν στη Δρέσδη. Τότε η πόλη κατείχε τα πρωτεία στην τεχνολογία και την τέχνη. Στον επταετή πόλεμο (1756-1763) μεταξύ άγγλων και γάλλων, όπως όλη η Ευρώπη, και η Δρέσδη υπέστη καταστροφές. Εξακολουθούσε μέχρι το 1918 να είναι η πρωτεύουσα της Σαξονίας, η οποία έγινε τμήμα της γερμανικής αυτοκρατορίας το 1871. Στους ναπολεόντειους πολέμους ήταν βάση επιχειρήσεων, ενώ το 1849 ήταν το κέντρο των γερμανικών επαναστάσεων της γνωστής Εξέγερσης του Μάη εναντίον της μοναρχίας, όταν και πάλι η ιστορική πόλη δοκιμάστηκε.
Τον 19ο αιώνα η Δρέσδη ήταν σημαντικό κέντρο οικονομίας: αυτοκινητοβιομηχανία, επεξεργασία τροφίμων, κατασκευή ιατρικού εξοπλισμού και τράπεζες. Αρχές του 20ου αιώνα ήταν ιδιαίτερα γνωστή για τα εργοστάσια τσιγάρων και φωτογραφικών μηχανών. Από το 1918 ως το 1934 υπήρξε πρωτεύουσα της πρώτης ελεύθερης πολιτείας της Σαξονίας. Κέντρο της ευρωπαϊκής μοντέρνας τέχνης μέχρι το 1933. Αλλά και κέντρο της στρατιωτικής βιομηχανίας τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό είναι που της στοίχισε…Η Δρέσδη της κουλτούρας, η παλιά, όμορφη, πλούσια πόλη, άλλαξε σε μια μέρα. Μετά τον βομβαρδισμό της.
Όταν τα συμμαχικά αεροπλάνα βομβάρδισαν στα μέσα Φεβρουαρίου 1945 τη Δρέσδη και ισοπέδωσαν το ιστορικό κέντρο, ένα πραγματικό μνημείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού χάθηκε, μαζί με τις ζωές πάνω από 35000 ανθρώπων. Ο λόγος του βομβαρδισμού ήταν πως η πόλη αποτελούσε σημαντικό επικοινωνιακό και συγκοινωνιακό κέντρο για τις ναζιστικές δυνάμεις που πρόβαλλαν αντίσταση στο σοβιετικό στρατό που προέλαυνε στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας. Η Δρέσδη, μετά από αυτό, απέκτησε τη σημειολογία για τα εγκλήματα πολέμου των συμμάχων κι ακόμη ερίζουν επιστήμονες, ιστορικοί κλπ για το αν ήταν απαραίτητο το χτύπημα αυτό για να τελειώσει ο πόλεμος και να ησυχάσει η αιματοκυλισμένη από τον Χίτλερ Ευρώπη.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο, η Δρέσδη έγινε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο στην σοσιαλιστική πλέον, Ανατολική Γερμανία, με μεγάλη ερευνητική υποδομή. Πολλά σπουδαία ιστορικά κτίσματα ξανακτίστηκαν, αν και μεγάλες περιοχές οικοδομήθηκαν κατά το λεγόμενο σοσιαλιστικό σύγχρονο στυλ, απέχοντας από την ατμόσφαιρα της παλιάς γερμανικής μπουρζουαζίας.
Το 1989, στις 3 Οκτωβρίου, ένα κομβόι τρένων με ανατολικογερμανούς πρόσφυγες από την Πράγα πέρασε από τη Δρέσδη με κατεύθυνση τη δυτική Γερμανία. Ακτιβιστές ντόπιοι και κάτοικοι ενώθηκαν σε ένα κίνημα ανυπακοής που εξαπλώθηκε στην ανατολική Γερμανία.
Η ιστορία από δω και πέρα είναι λίγο πολύ γνωστή. Το τείχος του Βερολίνου έπεσε το 1989 κι ένα χρόνο μετά επιτεύχθηκε η επανένωση της Γερμανίας. Το γερμανικό κοινοβούλιο επέστρεψε από τη Βόννη στο Βερολίνο. Κι η Δρέσδη, τρεις ώρες μακριά από το Βερολίνο, μέσα από μια πορεία δραματικών αλλαγών σε όλη τη δεκαετία του 1990, άρχισε να παίρνει τα πάνω της. Με τα όποια προβλήματα. Όπως, μια μειοψηφία ανεγκέφαλων ακροδεξιών νοσταλγών των ναζί που εμφανίζονται στην τελετή για τον βομβαρδισμό που γίνεται κάθε χρόνο στις 13 Φεβρουαρίου. Αυτοί βέβαια δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν μια πόλη σαν τη Δρέσδη που κοιτάει μπροστά.
Δεν υπάρχει καλύτερη βόλτα από αυτή σε μια τόσο ευρύχωρη πόλη. Στη Δρέσδη, που μπορεί να καυχιέται πως είναι μία από τις πιο πράσινες πόλεις στην Ευρώπη, με το 63% της μες σε δάση, πάρκα και κοιλάδες, προστατευμένες περιοχές, 110 μνημεία της φύσης, πεζόδρομοι, πλατείες και δίπλα στον Έλβα λιβάδια 20 χιλιομέτρων, όσο ο ποταμός διασχίζει την πόλη.
Υπάρχουν γειτονιές που έχουν ακόμη το χρώμα παλιού χωριού και συνοικίες που διατηρούνται τελείως αγροτικές. Άλλες αστικές περιοχές είναι τα ιστορικά περίχωρα του 18ου ου αιώνα κι άλλες προάστια με διάσπαρτες κατοικίες. Οι βίλες της Δρέσδης με χαρακτηριστικά ρομαντικά, μακριά από τον αυστηρό κλασικισμό της βόρειας Ευρώπης, από ευφάνταστους αρχιτέκτονες που δημιουργούν τη “σχολή της Δρέσδης” η οποία θα επηρεάσει την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής μονοκατοικιών. Υπάρχουν τα τσιμεντένια μπλοκ των σοσιαλιστικών πολυκατοικιών, αλλά και τα αυθεντικά τμήματα της πόλης στην Παλιά (Altstadt) και στη Νέα Πόλη (Neustadt), όπου η αποκατάσταση των κατεστραμμένων από τους βομβαρδισμούς ιστορικών κτισμάτων έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Οι περισσότεροι επισκέπτες από δω αρχίζουν. Και χάρη σε αυτή την αρχιτεκτονική αναγέννηση, η Ουνέσκο κήρυξε τη Δρέσδη και το τμήμα της στην κοιλάδα του ποταμού Έλβα παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά.
Αν το πολύ μπαρόκ σε μικρές πόλεις με στενούς δρόμους φαίνεται κουραστικό σε έναν μεσόγειο, στη Δρέσδη κερδίζει το μάτι και την όρεξη για περπάτημα, αφού υπάρχει μεγάλη ανοιχτωσιά. Από το πάρκο Bruhlsche Terrasse με θέα προς τον Έλβα και την Όπερα Semper, μέχρι το συγκρότημα Zwinger και τον Τοίχο των Διαδόχων, είναι αρκετή, αλλά όμορφη διαδρομή. Να μη δεις και την όπερα από μέσα; Η Δρέσδη είναι γεμάτη μουσική. Μια παράδοση που έρχεται από τον 19ο αιώνα, όταν ήταν μουσική μητρόπολη. Μπάντες και χορωδίες παίζουν παντού στη πόλη, κόσμος πηγαίνει στα κονσέρτα της Όπερας, μουσικές τζαζ, κλασσική, έθνικ βγαίνουν από τα παμπ. Κι έπειτα να μη μπεις στο μνημειακό κτίριο Zwinger; Να μην περπατήσεις στους κήπους που περιβάλλουν το πλήρως αναστηλωμένο παλάτι; Να απολαύσεις και τη Μαντόνα Σιστίνα του Ραφαήλ κι άλλα σπουδαία έργα που φιλοξενεί η γκαλερί; Να χαζέψεις τα 24000 πορσελάνινα πλακάκια που απεικονίζουν την πομπή Σαξόνων ηγεμόνων στον περίφημο Τοίχο των Διαδόχων που φτάνει τα 102 μέτρα;
Σε δυο μέρες με τα πόδια ή με τα πολύ άμεσα μεταφορικά μέσα, την παλιά πόλη την έχεις γυρίσει. Τα βράδια στις παμπ, στα παραδοσιακά εστιατόρια με τις τεράστιες μερίδες, στην όπερα ή στην οπερέτα, βλέπεις το ρυθμό της πόλης. Λίγος χρόνος ακόμη για τα περίχωρα, αξίζει η Δρέσδη για τις διαφορετικές εικόνες της. Λίγο ακόμη στις όχθες του Έλβα, εκεί που το βλέμμα αντικρίζει το συνδυασμό φύσης κι ανθρώπινης παρέμβασης. Που γίνεται όλο και πιο σπάνιο…





.

Thursday, August 7, 2008

ΩΡΑΙΑ ΜΟΥ ΜΟΝΜΑΡΤΗ


MA BELLE MONTMARTRE

Εκεί που τελειώνουν τα φώτα της Πιγκάλ και τα σοκάκια ανηφορίζουν προς το λόφο που ξεχωρίζει από ολόκληρη την Πόλη του Φωτός, εκεί βρίσκεται η Μονμάρτη. Από τη κορυφή φαίνεται όλη η Πόλη. Τώρα μπορείς να είσαι σίγουρος πως βρίσκεσαι στο Παρίσι. Κι αυτή εδώ η όμορφη γειτονιά, το άλλοτε χωριό που πρωταγωνίστησε κατά την Μπελ Επόκ, μπορεί να απέχει σήμερα από την τότε μποέμικη ατμόσφαιρα. Δεν παύει όμως να είναι ιδιαίτερη, όλο στιλ και χάρη, μια πραγματική γειτονιά. Η ωραία μου Μονμάρτη.

Φανταζόμουν την Πλας Πιγκάλ, την πλατεία της ακολασίας ή της ηδονής, μεγαλύτερη, ίσως πιο επικίνδυνη. Τα διάσημα, λαμπερά καμπαρέ, αλλά και τα άλλα τα φτηνά, τα μπαρ με τις αλλοδαπές στη μόστρα, τα σεξ σοπ, τα πορνεία παραμένουν, αλλά φαίνεται πως η περιοχή άλλαξε τα τελευταία χρόνια. Κανείς δεν μπορεί πια να ισχυριστεί πως είναι μια ανασφαλής περιοχή, ο κόσμος κυκλοφορεί, οι μπουλανζερί (φούρνοι) και τα μαγαζιά πρόχειρου φαγητού των beurs (δεύτερη γενιά μεταναστών γάλλοι πολίτες αραβικής καταγωγής) μένουν ανοιχτά, οι δρόμοι είναι φωτισμένοι και οι άνθρωποι της νύχτας δεν έχουν λόγο να πειράξουν έναν περαστικό. Μετά από μερικές βραδιές, ανταλλάσσαμε και “μπον νουί” με τα “κορίτσια”, καθ’ οδόν προς το ξενοδοχείο που ήταν μεταξύ Πιγκάλ και Σεν Τζορτζ, στα πόδια της Μονμάρτης. Όποιος θέλει να περπατήσει, καλό θα ήταν να ξεκινήσει από δω για το λόφο της Μονμάρτης, παρά να κατέβει στους κοντινούς σταθμούς μετρό της Αμπές ή της Ανβέρ. Βήμα με βήμα ξετυλίγεται μπροστά σου ο μύθος όλης της περιοχής. Κι από ένστικτο αρχίζεις να ανεβαίνεις το λόφο.

Απογευματάκι, με μία τάρτα κις στο χέρι, διασχίζουμε τη λεωφόρο Ντε Κλισί κι ανακατευόμαστε με το πλήθος μεταξύ των οδών Μαρτί και Στάινκερκ. Να, το πρώτο δείγμα πως η Μονμάρτη παραδόθηκε στη νέα εποχή: τα πολύβουα, πολύχρωμα τουριστικά δρομάκια, χαμηλά, πριν το λόφο και δεκάδες καταστήματα με χαζά ενθύμια για τουρίστες των γκρουπ. Και παντού μαγκρέμπ (νέοι άραβες μετανάστες) που πουλάνε μινιατούρες των παριζιάνικων μνημείων, κινητά, αρώματα. Κάτι σαν Μοναστηράκι με Πλάκα μαζί. Αυτά τα στενάκια πριν το τελεφερίκ και γύρω από το ναό της Σακρέ Κερ και την Πλας ντι Τετρ έχουν αλλοιώσει την ατμόσφαιρα της ρομαντικής και μποέμικης Μονμάρτης. Αλλά, η γειτονιά δεν είναι μόνο αυτή, κι είναι υπέροχη παραπέρα, έξω από τα τουριστικά σημεία.

Περιφρονώντας το τελεφερίκ που σε ανεβάζει από την Πλας Βιλέτ μέχρι την κατάλευκη σαν τούρτα Βασιλική Σακρέ Κερ, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια. Παρά την πολυκοσμία, είναι τόσο όμορφη η εικόνα: κήποι, τριγύρω σπίτια κουκλίστικα, άνθρωποι αγκαλιασμένοι, χαλαροί στα σκαλιά να απολαμβάνουν τις υπαίθριες συναυλίες αξιόλογων μουσικών και φυσικά, μόλις φτάσεις, η θέα. Όλο το Παρίσι στα πόδια σου, αφού ο ναός της Ιερής Καρδιάς του Χριστού βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της πόλης. Από τον τρούλο με τα βιτρό, που είναι επισκέψιμος, η θέα γίνεται ακόμη πιο επιβλητική.

Μέσα στο ναό, οι επισκέπτες σιωπηροί θαυμάζουν τη μεγαλοπρέπεια, ελάχιστοι προσεύχονται. Σήμερα έχει ολονυκτία. Βάζω ένα κέρμα και παίρνω από το ειδικό μηχάνημα ένα συλλεκτικό νόμισμα της Σακρέ Κερ. Και μαθαίνω από το ιστορικό της εκκλησίας: όταν η Γαλλία ηττήθηκε στον γαλλο-πρωσικό πόλεμο το 1870, οι καθολικοί ορκίστηκαν να χτίσουν μια ρομανο-βυζαντινή εκκλησία αφιερωμένη στην Ιερή Καρδιά του Χριστού και πράγματι άρχισαν το 1876 τις εργασίες. 83 πηγάδια βάθους 45 μέτρων έσκαψαν, τα έχτισαν με πέτρα και τα ένωσαν με υπόγειες αψίδες για να σταθεροποιήσουν το υπέδαφος. Διότι εδώ ήταν λατομεία επί Ρωμαίων. Όσο για το λευκό χρώμα της, το διατηρεί αναλλοίωτο γιατί η πέτρα της, που προέρχεται από τις περιοχές του Σηκουάνα και του Μάρνη, δημιουργεί ένα άσπρο στρώμα από ασβέστη όταν βρέχει. Λίγα σημεία που δεν εκτίθενται στη βροχή, είναι πιο σκούρα.
Το καμπαναριό 84 μέτρα! Και για να σύρουν μέχρι εδώ πάνω το βαγόνι με την καμπάνα, από τις μεγαλύτερες στο κόσμο, χρειάστηκαν 28 άλογα.
Παρ’ όλα αυτά, οι κάτοικοι του χωριού σνόμπαραν την Σακρέ Κερ, και συνέχισαν να εκκλησιάζονται στον μικρότερο ναό Σεν Πιερ ντε Μονμάρτρ, ρομανική εκκλησία του 12ου αιώνα, ακριβώς δίπλα από τη μεγαλειώδη βασιλική. Του χωριού, διότι η Μονμάρτη ήταν μια ημι- αγροτική, ήσυχη συνοικία πάνω στον Butte, όπως αποκαλούν οι παριζιάνοι τον λόφο. Φανταστείτε πως εκεί που είναι σήμερα η Πλας Πιγκάλ βρισκόταν το Τείχος των Ομοσπονδιακών, με διόδια που επέβαλλαν φόρους στα εισερχόμενα προϊόντα, όπως και στο κρασί που παρήγαγε σε αφθονία ο λόφος της Μονμάρτης. Παράλληλα την απομόνωνε από την πόλη. Η κοινωνική δομή άλλαξε κατά την βιομηχανική επανάσταση τον 18ο αιώνα, όταν εκατοντάδες επαρχιώτες αναζητώντας δουλειά στην πρωτεύουσα, εγκαταστάθηκαν εδώ γιατί ήταν μια φτηνή περιοχή.

Ωστόσο, η Μονμάρτη προϋπήρχε με μια μακρά ιστορία, από τους αρχαίους Δρυίδες που έκαναν εδώ τις ιεροτελεστίες τους, μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια που το ασβεστολιθικό υπέδαφος έγινε τούνελ και λατομείο για την παρασκευή γύψου.
Κι έχει και μια ματωμένη ιστορία. Η Λουτέτια, όπως λεγόταν τότε το Παρίσι, τον 3ο αιώνα έγινε επισκοπική έδρα χάρη στις προσπάθειες του Σεν Ντενί, πρώτου επισκόπου της πόλης. Τον οποίο οι ρωμαίοι ανέχονταν για χρόνια να προσηλυτίζει κόσμο και να φτιάχνει εκκλησίες. Κάποτε όμως, έθεσαν εκτός νόμο τον χριστιανισμό, συνέλαβαν τον Ντενί και –σύμφωνα με το μύθο- τον βασάνισαν και τον έριξαν στα λιοντάρια. Επειδή εκείνος αρνήθηκε να αποποιηθεί την πίστη του, τον οδήγησαν στο Μον ντε Μαρτίρ (Λόφος των Μαρτύρων), η μετέπειτα Μονμάρτη, όπου τον αποκεφάλισαν. Εκεί χτίστηκε το 1133 προς τιμήν του το βασιλικό αβαείο Σεν Ντενί κι ο ίδιος έγινε ο προστάτης άγιος της Γαλλίας.

Έχει επίσης και μια μεγάλη ιστορία ανεξαρτησίας. Με ενσωματωμένο πια το χωριό της Μονμάρτης στην πόλη από το 1860, σαν 18ο διαμέρισμα, οι χωρικοί, εξαγριώθηκαν κι επαναστάτησαν: όταν ο κυβερνήτης Αντόλφ Τιέρ συνθηκολόγησε με τους Πρώσους το 1871, ένιωσαν πως πρόκειται για προδοσία και αρνήθηκαν να παραδώσουν το κανόνι της εθνοφρουράς που είχαν στη Μονμάρτη και προστάτευε την πόλη. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στην Κομούνα που είχε αίτημα μια δημοκρατική κυβέρνηση. Μετά από πέντε εβδομάδες συγκρούσεων, η Κομούνα κατεστάλη, χιλιάδες οι νεκροί, οι εξαντλημένοι. Κι ένα νέο κύμα πατριωτισμού βρίσκει έκφραση μέσα από τα νέα θεαματικά μνημεία, όπως το Γκραν Παλαί κι ο Πύργος Άιφελ.

Ο μύθος της Μονμάρτης δημιουργήθηκε τον 19ο αιώνα. Η Μπελ Επόκ, ο τόπος αμαρτίας και γλεντιού, ασέλγεια αλλά και καλλιτεχνική δημιουργία. Πολύ αψέντι, έρωτας, χορός, πολύ χρήμα στις όμορφες γάμπες των χορευτριών, Μουλέν Ρουζ και Σα Νουάρ. Σαν μια αυταπάτη ευτυχίας, με φόντο τα χρώματα του Τουλούζ Λωτρέκ, στα καφέ και τα καμπαρέ εδώ πάνω κατέφυγαν οι κατατρεγμένοι του πνεύματος και της τέχνης. Οι μποέμ και τα λούμπεν στοιχεία, καλλιτέχνες και ποιητές, γιατί ήταν χαμηλά τα ενοίκια, γιατί είχε μια ματωμένη ιστορία, γιατί αναζητούσαν τη ξενοιασιά, τον ελεύθερο έρωτα, γιατί μιλούσαν ελεύθερα για την τέχνη και την κοινωνία, για το φως εδώ πάνω, για τη γοητεία που ασκεί μια γειτονιά του υπόκοσμου. Γιατί ακόμη δεν ήθελαν να ζουν σαν καλοπερασάκηδες μπουρζουά στο πλαίσιο ενός αυστηρού βικτοριανού κόσμου, ούτε στο εθνικό μεγαλείο που ετοίμαζαν για τη Γαλλία. Ντελακρουά, Ρενουάρ, Μπερλιόζ, Βαν Γκογκ, Πικάσο, Απολινέρ, Μπωντλέρ, Μοντιλιάνι, Ουτριλό, Ζακόμπ, Μορό, Ματίς και πολλοί ακόμη επικύρωσαν το μύθο της Μονμάρτης.
Την ώρα που κάτω στη πόλη η αστική τάξη, οι νεόπλουτοι μπαινόβγαιναν στα μεγάλα μαγαζιά και στα θέατρα και θαύμαζαν τα νέα, λαμπρά δημόσια οικοδομήματα, στα επικίνδυνα κι ελεύθερα σοκάκια της Μονμάρτης γεννιόνταν μέσα από περιπετειώδη ζωή ιδέες κι έργα από ανθρώπους που ζούσαν χωρίς να σκεφτούν το αύριο. Σαν τσιγγάνοι, μποέμ και ετυμολογικά. Την ώρα που η Σάρα Μπερνάρ ενθουσίαζε τα πλήθη στα μεγάλα θέατρα, οι μοιραίες του καν - καν, η Γκουλύ, η Οτερό, αντικείμενα πόθου, οδηγούσαν ισχυρούς και πλούσιους άντρες σε αυτοκτονία. “Μια δύναμη που διέφθειρε κι αποδιοργάνωνε το Παρίσι ανάμεσα στις ολόλευκες γάμπες της, κάνοντάς το να νοθεύεται. Η εκδίκηση των άθλιων και περιφρονεμένων από τους οποίους προέρχονται”, γράφει ο Εμίλ Ζολά στη “Νανά”.

Από αυτή την ατμόσφαιρα ρομαντισμού κι ανεξαρτησίας, ποίησης κι αδέσποτης ζωής, η Μονμάρτη έχει κρατήσει ελάχιστα στοιχεία. Οι εποχές άλλαξαν, το τοπίο όχι τόσο, οι άνθρωποι άλλαξαν. Κάποιους παρασύρει ο μύθος, άλλους η αισχροκέρδεια. Και να, δες! Από τη μία στα σκαλοπάτια άρπες και κιθάρες ,κρουστά και σαξόφωνα. Μια μουσική, μια αίσθηση ονείρου σαν αυτού που ζει η Αμελί στην Μονμάρτη, στη γνωστή ταινία. Κι οι ζωγράφοι στην Πλας ντι Τετρ, ανάμεσα σε εκατοντάδες καρέκλες των υπαίθριων καφέ και τουρίστες, αφοσιωμένοι, καλοί τεχνίτες. Από την άλλη, οι πλανόδιοι ζωγράφοι, μετανάστες οι περισσότεροι, βρίζονται ποιος θα πάρει τον πελάτη. Και τα χωρίς λόγο πανάκριβα καφέ, οι τουριστικές κρεπερί που σερβίρουν τα χειρότερα κι ακριβότερα. Μετάλλαξη. Απομεινάρια ενός μύθου που πουλάνε καλά στο κέντρο της Μονμάρτης. Μπρος στα μεγάλα μεγέθη και την αφθονία τέχνης και διανόησης στο Παρίσι, η Μονμάρτη φαντάζει ακόμη περιθωριακή και καλτ. Υπάρχουν απομεινάρια του μύθου, ατμόσφαιρα παλιάς Μονμάρτης, παραπέρα, στους μικρούς ανηφορικούς δρόμους που περιβάλλουν το λόφο. Ας συνεχίσουμε τη βόλτα μας.

Η πιο μεγάλη συλλογή, πάνω από 300 έργα, γλυπτών του Νταλί βρίσκεται στην οδό Poulbot, στην Πλας ντι Τετρ. Γκραβούρες και λιθογραφίες συμπληρώνουν τη συλλογή αυτής της γκαλερί κι ένα ωραίο giftshop με εκατοντάδες ιδέες για δώρα. Το Μουσείο της Μονμάρτης είναι πίσω από την πλατεία και φιλοξενεί εκθέματα από το ιδιαίτερο παρελθόν της περιοχής. Υπάρχουν και “ανοιχτά σπίτια” καλλιτεχνών που εκθέτουν τη δουλειά τους μέσα στα εργαστήριά τους, παρακάμπτοντας τις γκαλερί κι ότι συνεπάγεται αυτό.

Τα μπιστρό, το ένα μετά το άλλο. Εδώ επινοήθηκε η ίδια η λέξη, στο εστιατόριο Λα Μερ Κατρίν, όπου οι ρώσοι στρατιώτες –κατά την κατοχή του Παρισιού το 1814- χτυπούσαν τα χέρια στο τραπέζι φωνάζοντας “μπιστρό” που στα ρωσικά σημαίνει “γρήγορα”.
Φεύγουμε από την πολύβουη πλατεία, αναζητώντας κάτι από την παλιά Μονμάρτη, τον αμπελώνα. Ο λόφος μέχρι το 1920 ήταν γεμάτος αμπελώνες. Ο τελευταίος που έχει απομείνει και γιορτάζουν ακόμη τον τρύγο το πρώτο Σάββατο του Οκτωβρίου, είναι απέναντι από το θρυλικό καμπαρέ Lapin Agile. Αυτό με την ταμπέλα του κούνελου που πετάγεται από την κατσαρόλα, την οποία ζωγράφισε ο Αντρέ Ζιλ. Το λάιβ μιούζικ καμπαρέ προσφέρει και σήμερα στους θαμώνες βραδιές ποίησης, γαλλικό τραγούδι, ποτό και φαγητό.

Στενοί ανηφορικοί δρόμοι, σκαλοπάτια, πανέμορφα παλιά τετραώροφα με λουλουδιασμένα μπαλκόνια και κόκκινες σοφίτες, μονοκατοικίες με κήπους, οικογένειες, ησυχία, είναι η άλλη όψη της Μονμάρτης. Πίσω από το θόρυβο, από το κέντρο, προς το Κοιμητήριο και βόρεια μέχρι την ημι – περιφερειακή οδό Caulaincourt. Εκεί μέσα και το παραμυθένιο ροζ σπίτι που αποθανάτισε ο Μορίς Ουτριλό σε πίνακά του, το Λα Μεζόν Ροζ, καλό γαλλικό μπιστρό σήμερα. Κονφί πάπιας, σαλιγκάρια βουργουνδίας, καλό σπιτικό κρασί και… επιτρέπεται το κάπνισμα.
Υπάρχουν σοκάκια σαν αυλές, διατηρημένα σπίτια των αρχών του αιώνα, δείγματα αρχιτεκτονικής αρ ντεκό, δρόμοι μόνο με σκαλιά, άλλοι μικρότεροι με πύλες, μικρά πράσινα ανοίγματα σαν πλατείες κι από μαγαζιά μόνο μικρά μπακάλικα και μανάβικα. Πραγματικά θυμίζει το σκηνικό της γειτονιάς όπως το είδαμε στην ταινία “Αμελί”. Άλλωστε εδώ βρίσκεται το Καφέ ντε Μουλέν, όπου εργαζόταν η ηρωίδα της ταινίας. Και η πλατεία Νταλιντά, με την προτομή της ντίβας που έθεσε τέρμα στη ζωή της το 1987 αφού προηγουμένως το είχε ανακοινώσει σε συναυλία της στο κοινό. Προχωρούμε προς τον περίφημο ανεμόμυλο που έχει διασωθεί και γνωρίζουμε από τον διάσημο πίνακα του Ρενουάρ Μουλέν ντε Γκαλέτ. Σήμερα το διατηρημένο οίκημα είναι ένα καλό, ακριβό εστιατόριο, με τον μύλο απέξω και μέσα διακοσμημένο βασικά με Ρενουάρ. Κοντά η μικρή πλατεία Εμίλ Γκουντό, γνωστή από το βίο του Πικάσο και του Ζακόμπ. Και το σινεμά Στούντιο 28 που άφησε εποχή όταν, το 1930, οι θεατές αφού είχαν δει σε πρεμιέρα την κλασσική σουρεαλιστική ταινία του Μπουνιουέλ “Η Χρυσή Εποχή”, άρχισαν να πετάνε αυγά και μελάνι στην οθόνη. Στο φουαγιέ του σινεμά που λειτουργεί και σήμερα, μπορεί κανείς να δει τα αποτυπώματα των βημάτων του Μπουνιουέλ και του Κοκτό.
Πέντε ώρες σεργιάνι στη Μονμάρτη δεν μας φτάνουν. Υπό τον ήχο της μικρής λατέρνας, χαλαρώνεις το βράδυ σε μια μπρασερί με κρασί και παραδοσιακό μπουργκινιόν. Σίγουρη επιλογή, τα μέρη που πάνε μόνο ντόπιοι. Τα ρεστοράν με τα οστρακοειδή ήταν γεμάτα τουρίστες.
Γυρίζοντας με τα πόδια από τη λεωφόρο Clichy προς Πιγκάλ, μια μεγάλη ουρά έξω από το Λα Σιγκάλ. Λάιβ μουσική σκηνή, απόψε παίζει γαλλικό χιπ χοπ κι οι πιτσιρικάδες, μετανάστες δεύτερης γενιάς είναι ορκισμένοι ράπερς. Στο ξακουστό Μουλέν Ρουζ πάλι, πέρα από την Πιγκάλ, το πρόγραμμα έχει αρχίσει και περισσότερο μπαίνουν επισκέπτες. Οι γάλλοι το θεωρούν κακόγουστο. Αυθεντικό στοιχείο του καμπαρέ σήμερα, ο κόκκινος μύλος –ο δεύτερος που απέμεινε στη Μονμάρτη- και το καν καν. Έγινε διάσημο από τους πίνακες του Τουλούζ Λωτρέκ που ζωγράφισε τις χορεύτριες Ζαν Αβρίλ και Ιβέτ Γκιμπέρ, κι από το στριπτίζ που γεννήθηκε εδώ το 1893.
Τα πρωινά ο λόφος της Μονμάρτης μοιάζει αλήθεια με χωριό, όπως τον αποκαλούν οι παριζιάνοι, μπρος στη κίνηση, τα πλήθη και τα μεγέθη αυτής της μεγαλούπολης. Τα βράδια πάλι, είναι μια γειτονιά των νέων, τουλάχιστον στο κέντρο. Δεν υπάρχει νύχτα από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, που να μην γίνεται κανονική συναυλία στα σκαλιά της Σακρ Κερ, με τους μουσικούς να εναλλάσσονται ανά ώρα. Μέχρι και υπαίθριο σινεμά στήνεται, στο άψε σβήσε με μια φουσκωτή οθόνη που δεν είχα ξαναδεί. Απόψε παίζει μια παλιά γαλλική ταινία, κι όταν τελειώνει, ανοίγει πάλι η μικροφωνική στα σκαλοπάτια κι ο αέρας γεμίζει ήχους ρέγκε και ροκ.
Από το ακορντεόν που παίζει λαϊκά γαλλικά τραγούδια μέχρι το σανσόν, κι από την ανέμελη ρέγκε μέχρι το επιθετικό ραπ των προαστίων, η Μονμάρτη αναπνέει από τους ρυθμούς του παρελθόντος, σ ΄ένα γοητευτικό, ανομοιογενές παρόν.

ALBEROBELLO





ALBEROBELLO θα πει ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΔΕΝΤΡΟ


“Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χωριό στην Ιταλία, το Alberobello, με κάτι παράξενα σπίτια που τα έλεγαν trulli και κατοικούσαν μάγισσες”. Σαν παραμύθι η παγανιστική ομορφιά στη καρδιά της Απουλίας (Puglia) στο Πανέμορφο Δέντρο, δηλαδή στο παράξενο χωριό Alberobello.



Αν η αλλόκοτη γοητεία αυτού του ημιορεινού ιταλικού χωριού, στην επαρχία της Απουλίας, σαγηνεύει πριν καν το επισκεφτείς, άλλο τόσο ξενίζει την αντίληψη περί ωραίου, ερεθίζει την αισθητική με λίγα λόγια. Λίγες σκόρπιες φωτογραφίες σε τουριστικούς οδηγούς και δυο λόγια της παράξενης ιστορίας του Alberobello στο διαδίκτυο, το δέλεαρ. Και νάμαστε! Παρέκκλιση της πορείας από Μπάρι – Μπρίντεζι προς Λέτσε, για την παράξενη αίγλη του. Ένα χωριό μοναδικής αρχιτεκτονικής και ιστορίας χαμένης ανάμεσα σε θρύλους και παραδόσεις.
Αφήνοντας τους ιταλούς να περιμένουν όχι τόσο υπομονετικά το ατελείωτο –λες- μποτιλιάρισμα του κυριακάτικου μεσημεριού στον αυτοκινητόδρομο, κόβουμε στο ύψος της παραλιακής Monopoli προς Alberobello και Locotorondo. Το τρυφερό πράσινο των ελαιώνων του κάμπου διαδέχεται ένα αγροτικό τοπίο με απαλούς λόφους, άφθονη βλάστηση, γενναιόδωρο. Περιβόλια, ελιές, αμπέλια, αμυγδαλιές, λουλούδια και φρεσκοασβεστωμένα, ηλιόλουστα trulli. Ασυνήθιστα και μοναδικά στο κόσμο κυκλικά κτίσματα με κωνικές οροφές και θόλο (τρούλο), δεκάδες πριν ακόμη φτάσουμε στο χωριό που είναι αποκλειστικά χτισμένο με αυτά.
Με έναν ουρανό που από ώρα έχει εγκαταλείψει το χρώμα της άκουα μαρίνα, τα trulli φαντάζουν πιο λαμπερά και λευκά, κάνοντας θεαματικό ακομπανιαμέντο με τη γη και τα λιθόχτιστα σοκάκια. Το ίδιο το χωριό είναι χτισμένο πάνω σε δύο λόφους που κάποτε χώριζε η κοίτη ενός ποταμού. Στον ανατολικό λόφο βρίσκεται η νέα πόλη με τα πιο μοντέρνα στοιχεία, ενώ δυτικά τα trulli παρατεταγμένα ελεύθερα. Άναρχα, κατά τους όρους της χωροταξίας και της πολεοδομίας. Η πόλη των trulli διαιρείται σε δύο συνοικίες, την Rione Monti με χίλια trulli και την Aia Piccola με τετρακόσια. Και οι δύο αποτελούν εθνικά μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς.
Η ιδιόμορφη ομορφιά, η πρωτοτυπία και μοναδικότητα του Alberobello, συγκεντρώνει πλήθη επισκεπτών. Αναπόφευκτα, η πρωτεύουσα των trulli –τα οποία πλέον χτίζονται σε όλη τη γύρω περιοχή σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων- έχει γίνει τουριστικό στέκι. Τα σοκάκια των συνοικιών, ιδιαίτερα τα σαββατοκύριακα και την περίοδο των διακοπών είναι γεμάτα κόσμο που θέλουν να δουν από κοντά το περίεργο αυτό χωριό με τα ξεχωριστά σπίτια. Και να μάθουν τι είναι αυτά τα μαγικά σύμβολα που ζωγραφίζουν στις στέγες τους, τι σημαίνουν, αν κάποτε ζούσαν εδώ μάγισσες ή ο λαός εφηύρε τρόπους για να αντιμετωπίζει τους δυνάστες του.
Τα trulli αιώνες τώρα χτίζονται από ντόπιο ασβεστόλιθο, μιας και η περιοχή αποτελείται από βράχους με ασβεστώδη πετρώματα. Η καταγωγή τους αβέβαιη και σκοτεινή επιστημονικά, ωστόσο το όνομα trulli τοποθετείται σε αρχαίους σφαιρικούς τύμβους (τάφους) που βρέθηκαν στη ρωμαϊκή ύπαιθρο. Η πιο πρόσφατη ιστορία αυτής της ασυνήθιστης πόλης, πηγαίνει πίσω στον 16ο αιώνα. Όταν το Alberobello ήταν ένα μικρό φέουδο υπό τον έλεγχο της οικογένειας Acquaviva, κόμηδες του Conversano. Τότε η περιοχή άρχισε να γεμίζει με αγρότες που έκαναν τη Selva, όπως ονομαζόταν, μια γη καρποφόρα.
Η τότε εξουσία λοιπόν, οι κόμηδες, επέτρεψαν στους αποίκους τους να φτιάξουν μικρά, πρόχειρα οικήματα, για να μπορούν να τα κατεδαφίζουν εύκολα σε περίπτωση βασιλικής επιθεώρησης! Άκουσον, άκουσον! Στην πραγματικότητα, μία πόλη χωρίς αστική δομή, τάξη, άναρχη που θα απαιτούσε την είσπραξη φόρων. Ένα κόλπο λοιπόν για να εξοικονομούν φορολογία από σπίτια που δεν συγκροτούσαν κανονική πόλη.
Όλα αυτά μέχρι το 1797 που μια ομάδα ντόπιων απηυδισμένων από την άδικη κι επισφαλή αυτή κατάσταση, πήγε στον Τάραντα να ζητήσει βοήθεια από τον βασιλιά Φερνινάρδο τον 4ο των Βουρβόνων. Εκείνος τους έδωσε μία υπόσχεση και λίγο καιρό μετά έστειλε ένα διάταγμα με το οποίο το μικρό χωριό έγινε ελεύθερο. Η παράδοση όμως των trulli παρέμεινε, μαζί με τα θρησκευτικά, παγανιστικά και μαγικά σύμβολα στις στέγες που εξακολουθούν και σήμερα να τα ζωγραφίζουν.
Τα σύμβολα αυτά διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες, τα μαγικά, τα αρχαία – πρωτόγονα και τα χριστιανικά. Και το να ζωγραφίζουν τον ήλιο του Χριστού, την καρδιά της Παναγίας, τον Σταυρό κλπ, γίνεται κατανοητό λόγω θρησκείας. Αλλά κάτι άλλα περίεργα που συμβολίζουν επικλήσεις, παράξενους σταυρούς, θεούς του Ολύμπου, από πού πηγάζουν; Το πρώτο που ρωτάνε οι τουρίστες, και μεις βέβαια, τους φιλόξενους ντόπιους είναι αυτό. Και εκείνοι απαντούν πως έτσι τα βρήκαν, πως προέρχονται από μακρινές εποχές, όταν οι πρόγονοί τους και κάθε φαμίλια ξεχωριστά έβαζε στην εξωτερική πλευρά του σπιτιού της σημάδια των πεποιθήσεων, προλήψεων, ιδεών ακόμη και ειδωλολατρικών που είχαν τότε. Και φυσικά δεν ζούσαν μάγισσες εδώ, αλλά κόσμος που ταλαιπωρήθηκε για χρόνια από φεουδάρχες και ξόρκιζε το κακό με το έμβλημα που ζωγράφιζε έξω από την οικία του. Είναι καμιά εικοσαριά τα σύμβολα αυτά που όλα σημαίνουν κάτι διαφορετικό.
Όσο για την αρχιτεκτονική δομή ενός trulli, είναι όπως είπαμε συνυφασμένη με τα πρώτα, λιτά, στεγνά και πρόχειρα καταλύματα των κατοίκων. Μια ολόκληρη παράδοση που θέλει ένα trulli να χτίζεται από ασβεστόλιθο στοιβαγμένο χωρίς προσθήκη λάσπης, ασβεστωμένους τοίχους, στέγες με πλάκες από πέτρα και πάνω τα σύμβολα, λίγα κουφώματα (βασικά πόρτα εισόδου) και ανοίγματα στις οροφές για να μπαίνει φυσικό φως στο σπίτι. Το εσωτερικό τους επίσης, χαρακτηρίζεται από κοιλώματα στους τοίχους σαν θέσεις κρεβατιών ή ντουλαπιών, από καμάρες και αψίδες με ξύλο, από τις chiancole πέτρες για το δάπεδο και τις chianche για την οροφή και από τα ανοιχτά – συνεχόμενα δωμάτια με τρόπο ώστε η κουζίνα, τα υπνοδωμάτια και το σαλόνι να είναι σαν ένα μεγάλο δωμάτιο.
Αρκετοί άνθρωποι μας άνοιξαν τα σπίτια τους για να δούμε κι από μέσα πως είναι τα trulli, κατανοώντας την περιέργειά μας. Πολλά παλιά trulli ανακαινίζονται και γίνονται τουριστικά μαγαζιά, εστιατόρια, άλλα πωλούνται ακόμη και μέσα από το internet, ωστόσο όλα είναι προσεγμένα, ινδάλματα με την έννοια της ιδεατής μορφής ενός ζεστού, όμορφου, ξεχωριστού και επικοινωνιακού σπιτιού. Λιτά και πεντακάθαρα, όπως οι δρόμοι τους, όχι μόνο εκεί που έχει τα καταστήματα με προϊόντα ντόπια που απευθύνονται στους επισκέπτες ή στα sic restaurant, αλλά και στις γειτονιές που απλοί άνθρωποι κρατούν τη παράδοση συνειδητά ή όχι. Με φωτεινά λουλούδια στις αυλές, δίπλα στις εξώπορτες που βγαίνουν κατευθείαν στα καλντερίμια, χωρίς πεζοδρόμια.
Φυσικά τα αυτοκίνητα παρκάρουν έξω από τη συνοικία, κοντά στη Piazza del Popolo, ή στον καθεδρικό που είναι επίσης trulli, όπως και το Μουσείο. Στο largo Matelotta αγοράζουμε φιστίκια και αποξηραμένα φρούτα και ξεχυνόμαστε στα γραφικά στενάκια των δύο παλιών συνοικιών. Μαθημένοι οι άνθρωποι από τουρίστες, σχεδόν στήνονται όποτε σηκώνεις φωτογραφική μηχανή. Χαμογελαστοί, προτείνουν ένα ποτήρι extra vino και προσπαθούν να εξηγήσουν μισά ιταλικά μισά νοήματα τα σύμβολα που είναι αναρτημένα σε πόστερς παντού.
Περιφερειακά του Alberobello, είναι χτισμένα ακόμη και ξενοδοχεία trulli. Φεύγουμε προς τη Selva di Fasano, μια πανέμορφη έκταση, καταπράσινη, με υπέροχη θέα προς τη θάλασσα. Γεμάτη επαύλεις, πολλές από τις οποίες μεγάλα και συνεχόμενα trulli, δίνει την εντύπωση αμέσως μιας περιοχής που έχουν οι πλούσιοι τις οικίες τους, κάτι σαν τη δική μας Εκάλη, αλλά με πιο διευρυμένο ορίζοντα, πράσινο και βέβαια ανοιχτή στην Αδριατική. Μια ξεχωριστή ακουαρέλα, πριν αφήσουμε τον επαρχιακό δρόμο και ξαναβγούμε στην εθνική προς Lecce.


Tuesday, July 29, 2008

great images...

My life





You, Paris



ΕΒΡΟΣ







Falasarna

Monday, October 22, 2007

ΠΑΡΙΣΙ, πρώτη ανάμνηση

ΠΑΡΙΣΙ, καλοκαίρι 2007 και βροχή. Η φωτογραφική μηχανή απορρυθμισμένη, δείχνει ημερομηνία αγοράς. Δεν πειράζει. η νύχτα αυτή είναι 7 Ιουλίου 2007. Θερμοκρασία 17 βαθμούς κελσίου, όταν η Αθήνα καιγόταν από τον καύσωνα.

Το απόγευμα, πριν πλησιάσει ο ήλιος στη δύση, ξεκινήσαμε άκρη άκρη στο ποτάμι προς το Τροκαντερό. Μετά το Λούβρο και τον Κήπο του Κεραμεικού, είναι τα παλάτια, το Γκραν και το Πτι Παλέ. Εδώ διασχίζουμε τη γέφυρα Κονκόρντ για να βρεθούμε από την αριστερή όχθη, από την Εσπλανάντ ντεζ Ενβαλίντ και το Μέγαρο των Απομάχων.
Ακριβώς στο ηλιοβασίλεμα, φτάσαμε στο Τροκαντερό. Μπροστά μας ο Πύργος Άιφελ και το Πεδίο του Άρεως. Στρατιώτες σε πλήρη εξάρτηση φυλάνε την περιοχή. Εκατοντάδες τουρίστες, οι περισσότεροι γιαπωνέζοι, στέκονται υπομονετικά στην ουρά για να ανέβουν με το ασανσέρ σε κάποιο από τα τρία επίπεδα του ύψους 320 μέτρα Πύργου.
Ούτε ένας παριζιάνος μεταξύ αυτών που περιμένουν να ανέβουν. Σνομπάρουν τον Πύργο, πάντα τον σνόμπαραν. Αφού ο Γκι ντε Μοπασάν πήγαινε τακτικά στο καλό και ιστορικό ρεστοράν Ζυλ Βερν στο δεύτερο επίπεδο του Πύργου γιατί –όπως έλεγε- ήταν το μόνο σημείο της πόλης απ’ όπου ευτυχώς δεν τον έβλεπε.Όπως και να’ χει, ο κατασκευασμένος το 1887 από χυτοσίδηρο Πύργος του Άιφελ, είναι κομμάτι της γαλλικής ιστορίας και τέχνης κι εθνικό σύμβολο. Μάλιστα, αν περάσεις το ποτάμι από τη γέφυρα της Ιένα και τους κήπους του Τροκαντερό, μπροστά στο Παλέ ντε Σαγιό, εδώ στην πλατεία Βαρσοβίας, θα έχεις την καλύτερη θέα. Μπροστά σου τα σιντριβάνια και οι συμμετρικοί, περιποιημένοι κήποι, στο βάθος ο Πύργος του Άιφελ και πίσω του καταπράσινο το πάρκο του Πεδίου Άρεως. Το σούρουπο του πάει πολύ, όλα αυτά τα χρώματα τα πορφυρά και μενεξεδιά. Η νύχτα ακόμη περισσότερο, το μπλε του κοβαλτίου και τα σταθερά φώτα. Όχι τα άλλα που αναβοσβήνουν και τον κάνουν να μοιάζει με χριστουγεννιάτικο δέντρο. Από την πλατεία του Τροκαντερό, από ένα γωνιακό καφέ, απόλαυσε το κρασί σου ενώ βλέπεις πανοραμικά, όλη τη πόλη στα πόδια σου. Ο Σηκουάνας χάθηκε μες τη νύχτα, το Παρίσι φωτίστηκε.

Thursday, October 18, 2007

ΕΒΡΟΣ


ΕΒΡΟΣ- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ, πριν την ανατολή του ήλιου, στο βάθος η Τουρκία και το Θρακικό πέλαγος.