Thursday, August 7, 2008

ΩΡΑΙΑ ΜΟΥ ΜΟΝΜΑΡΤΗ


MA BELLE MONTMARTRE

Εκεί που τελειώνουν τα φώτα της Πιγκάλ και τα σοκάκια ανηφορίζουν προς το λόφο που ξεχωρίζει από ολόκληρη την Πόλη του Φωτός, εκεί βρίσκεται η Μονμάρτη. Από τη κορυφή φαίνεται όλη η Πόλη. Τώρα μπορείς να είσαι σίγουρος πως βρίσκεσαι στο Παρίσι. Κι αυτή εδώ η όμορφη γειτονιά, το άλλοτε χωριό που πρωταγωνίστησε κατά την Μπελ Επόκ, μπορεί να απέχει σήμερα από την τότε μποέμικη ατμόσφαιρα. Δεν παύει όμως να είναι ιδιαίτερη, όλο στιλ και χάρη, μια πραγματική γειτονιά. Η ωραία μου Μονμάρτη.

Φανταζόμουν την Πλας Πιγκάλ, την πλατεία της ακολασίας ή της ηδονής, μεγαλύτερη, ίσως πιο επικίνδυνη. Τα διάσημα, λαμπερά καμπαρέ, αλλά και τα άλλα τα φτηνά, τα μπαρ με τις αλλοδαπές στη μόστρα, τα σεξ σοπ, τα πορνεία παραμένουν, αλλά φαίνεται πως η περιοχή άλλαξε τα τελευταία χρόνια. Κανείς δεν μπορεί πια να ισχυριστεί πως είναι μια ανασφαλής περιοχή, ο κόσμος κυκλοφορεί, οι μπουλανζερί (φούρνοι) και τα μαγαζιά πρόχειρου φαγητού των beurs (δεύτερη γενιά μεταναστών γάλλοι πολίτες αραβικής καταγωγής) μένουν ανοιχτά, οι δρόμοι είναι φωτισμένοι και οι άνθρωποι της νύχτας δεν έχουν λόγο να πειράξουν έναν περαστικό. Μετά από μερικές βραδιές, ανταλλάσσαμε και “μπον νουί” με τα “κορίτσια”, καθ’ οδόν προς το ξενοδοχείο που ήταν μεταξύ Πιγκάλ και Σεν Τζορτζ, στα πόδια της Μονμάρτης. Όποιος θέλει να περπατήσει, καλό θα ήταν να ξεκινήσει από δω για το λόφο της Μονμάρτης, παρά να κατέβει στους κοντινούς σταθμούς μετρό της Αμπές ή της Ανβέρ. Βήμα με βήμα ξετυλίγεται μπροστά σου ο μύθος όλης της περιοχής. Κι από ένστικτο αρχίζεις να ανεβαίνεις το λόφο.

Απογευματάκι, με μία τάρτα κις στο χέρι, διασχίζουμε τη λεωφόρο Ντε Κλισί κι ανακατευόμαστε με το πλήθος μεταξύ των οδών Μαρτί και Στάινκερκ. Να, το πρώτο δείγμα πως η Μονμάρτη παραδόθηκε στη νέα εποχή: τα πολύβουα, πολύχρωμα τουριστικά δρομάκια, χαμηλά, πριν το λόφο και δεκάδες καταστήματα με χαζά ενθύμια για τουρίστες των γκρουπ. Και παντού μαγκρέμπ (νέοι άραβες μετανάστες) που πουλάνε μινιατούρες των παριζιάνικων μνημείων, κινητά, αρώματα. Κάτι σαν Μοναστηράκι με Πλάκα μαζί. Αυτά τα στενάκια πριν το τελεφερίκ και γύρω από το ναό της Σακρέ Κερ και την Πλας ντι Τετρ έχουν αλλοιώσει την ατμόσφαιρα της ρομαντικής και μποέμικης Μονμάρτης. Αλλά, η γειτονιά δεν είναι μόνο αυτή, κι είναι υπέροχη παραπέρα, έξω από τα τουριστικά σημεία.

Περιφρονώντας το τελεφερίκ που σε ανεβάζει από την Πλας Βιλέτ μέχρι την κατάλευκη σαν τούρτα Βασιλική Σακρέ Κερ, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια. Παρά την πολυκοσμία, είναι τόσο όμορφη η εικόνα: κήποι, τριγύρω σπίτια κουκλίστικα, άνθρωποι αγκαλιασμένοι, χαλαροί στα σκαλιά να απολαμβάνουν τις υπαίθριες συναυλίες αξιόλογων μουσικών και φυσικά, μόλις φτάσεις, η θέα. Όλο το Παρίσι στα πόδια σου, αφού ο ναός της Ιερής Καρδιάς του Χριστού βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της πόλης. Από τον τρούλο με τα βιτρό, που είναι επισκέψιμος, η θέα γίνεται ακόμη πιο επιβλητική.

Μέσα στο ναό, οι επισκέπτες σιωπηροί θαυμάζουν τη μεγαλοπρέπεια, ελάχιστοι προσεύχονται. Σήμερα έχει ολονυκτία. Βάζω ένα κέρμα και παίρνω από το ειδικό μηχάνημα ένα συλλεκτικό νόμισμα της Σακρέ Κερ. Και μαθαίνω από το ιστορικό της εκκλησίας: όταν η Γαλλία ηττήθηκε στον γαλλο-πρωσικό πόλεμο το 1870, οι καθολικοί ορκίστηκαν να χτίσουν μια ρομανο-βυζαντινή εκκλησία αφιερωμένη στην Ιερή Καρδιά του Χριστού και πράγματι άρχισαν το 1876 τις εργασίες. 83 πηγάδια βάθους 45 μέτρων έσκαψαν, τα έχτισαν με πέτρα και τα ένωσαν με υπόγειες αψίδες για να σταθεροποιήσουν το υπέδαφος. Διότι εδώ ήταν λατομεία επί Ρωμαίων. Όσο για το λευκό χρώμα της, το διατηρεί αναλλοίωτο γιατί η πέτρα της, που προέρχεται από τις περιοχές του Σηκουάνα και του Μάρνη, δημιουργεί ένα άσπρο στρώμα από ασβέστη όταν βρέχει. Λίγα σημεία που δεν εκτίθενται στη βροχή, είναι πιο σκούρα.
Το καμπαναριό 84 μέτρα! Και για να σύρουν μέχρι εδώ πάνω το βαγόνι με την καμπάνα, από τις μεγαλύτερες στο κόσμο, χρειάστηκαν 28 άλογα.
Παρ’ όλα αυτά, οι κάτοικοι του χωριού σνόμπαραν την Σακρέ Κερ, και συνέχισαν να εκκλησιάζονται στον μικρότερο ναό Σεν Πιερ ντε Μονμάρτρ, ρομανική εκκλησία του 12ου αιώνα, ακριβώς δίπλα από τη μεγαλειώδη βασιλική. Του χωριού, διότι η Μονμάρτη ήταν μια ημι- αγροτική, ήσυχη συνοικία πάνω στον Butte, όπως αποκαλούν οι παριζιάνοι τον λόφο. Φανταστείτε πως εκεί που είναι σήμερα η Πλας Πιγκάλ βρισκόταν το Τείχος των Ομοσπονδιακών, με διόδια που επέβαλλαν φόρους στα εισερχόμενα προϊόντα, όπως και στο κρασί που παρήγαγε σε αφθονία ο λόφος της Μονμάρτης. Παράλληλα την απομόνωνε από την πόλη. Η κοινωνική δομή άλλαξε κατά την βιομηχανική επανάσταση τον 18ο αιώνα, όταν εκατοντάδες επαρχιώτες αναζητώντας δουλειά στην πρωτεύουσα, εγκαταστάθηκαν εδώ γιατί ήταν μια φτηνή περιοχή.

Ωστόσο, η Μονμάρτη προϋπήρχε με μια μακρά ιστορία, από τους αρχαίους Δρυίδες που έκαναν εδώ τις ιεροτελεστίες τους, μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια που το ασβεστολιθικό υπέδαφος έγινε τούνελ και λατομείο για την παρασκευή γύψου.
Κι έχει και μια ματωμένη ιστορία. Η Λουτέτια, όπως λεγόταν τότε το Παρίσι, τον 3ο αιώνα έγινε επισκοπική έδρα χάρη στις προσπάθειες του Σεν Ντενί, πρώτου επισκόπου της πόλης. Τον οποίο οι ρωμαίοι ανέχονταν για χρόνια να προσηλυτίζει κόσμο και να φτιάχνει εκκλησίες. Κάποτε όμως, έθεσαν εκτός νόμο τον χριστιανισμό, συνέλαβαν τον Ντενί και –σύμφωνα με το μύθο- τον βασάνισαν και τον έριξαν στα λιοντάρια. Επειδή εκείνος αρνήθηκε να αποποιηθεί την πίστη του, τον οδήγησαν στο Μον ντε Μαρτίρ (Λόφος των Μαρτύρων), η μετέπειτα Μονμάρτη, όπου τον αποκεφάλισαν. Εκεί χτίστηκε το 1133 προς τιμήν του το βασιλικό αβαείο Σεν Ντενί κι ο ίδιος έγινε ο προστάτης άγιος της Γαλλίας.

Έχει επίσης και μια μεγάλη ιστορία ανεξαρτησίας. Με ενσωματωμένο πια το χωριό της Μονμάρτης στην πόλη από το 1860, σαν 18ο διαμέρισμα, οι χωρικοί, εξαγριώθηκαν κι επαναστάτησαν: όταν ο κυβερνήτης Αντόλφ Τιέρ συνθηκολόγησε με τους Πρώσους το 1871, ένιωσαν πως πρόκειται για προδοσία και αρνήθηκαν να παραδώσουν το κανόνι της εθνοφρουράς που είχαν στη Μονμάρτη και προστάτευε την πόλη. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στην Κομούνα που είχε αίτημα μια δημοκρατική κυβέρνηση. Μετά από πέντε εβδομάδες συγκρούσεων, η Κομούνα κατεστάλη, χιλιάδες οι νεκροί, οι εξαντλημένοι. Κι ένα νέο κύμα πατριωτισμού βρίσκει έκφραση μέσα από τα νέα θεαματικά μνημεία, όπως το Γκραν Παλαί κι ο Πύργος Άιφελ.

Ο μύθος της Μονμάρτης δημιουργήθηκε τον 19ο αιώνα. Η Μπελ Επόκ, ο τόπος αμαρτίας και γλεντιού, ασέλγεια αλλά και καλλιτεχνική δημιουργία. Πολύ αψέντι, έρωτας, χορός, πολύ χρήμα στις όμορφες γάμπες των χορευτριών, Μουλέν Ρουζ και Σα Νουάρ. Σαν μια αυταπάτη ευτυχίας, με φόντο τα χρώματα του Τουλούζ Λωτρέκ, στα καφέ και τα καμπαρέ εδώ πάνω κατέφυγαν οι κατατρεγμένοι του πνεύματος και της τέχνης. Οι μποέμ και τα λούμπεν στοιχεία, καλλιτέχνες και ποιητές, γιατί ήταν χαμηλά τα ενοίκια, γιατί είχε μια ματωμένη ιστορία, γιατί αναζητούσαν τη ξενοιασιά, τον ελεύθερο έρωτα, γιατί μιλούσαν ελεύθερα για την τέχνη και την κοινωνία, για το φως εδώ πάνω, για τη γοητεία που ασκεί μια γειτονιά του υπόκοσμου. Γιατί ακόμη δεν ήθελαν να ζουν σαν καλοπερασάκηδες μπουρζουά στο πλαίσιο ενός αυστηρού βικτοριανού κόσμου, ούτε στο εθνικό μεγαλείο που ετοίμαζαν για τη Γαλλία. Ντελακρουά, Ρενουάρ, Μπερλιόζ, Βαν Γκογκ, Πικάσο, Απολινέρ, Μπωντλέρ, Μοντιλιάνι, Ουτριλό, Ζακόμπ, Μορό, Ματίς και πολλοί ακόμη επικύρωσαν το μύθο της Μονμάρτης.
Την ώρα που κάτω στη πόλη η αστική τάξη, οι νεόπλουτοι μπαινόβγαιναν στα μεγάλα μαγαζιά και στα θέατρα και θαύμαζαν τα νέα, λαμπρά δημόσια οικοδομήματα, στα επικίνδυνα κι ελεύθερα σοκάκια της Μονμάρτης γεννιόνταν μέσα από περιπετειώδη ζωή ιδέες κι έργα από ανθρώπους που ζούσαν χωρίς να σκεφτούν το αύριο. Σαν τσιγγάνοι, μποέμ και ετυμολογικά. Την ώρα που η Σάρα Μπερνάρ ενθουσίαζε τα πλήθη στα μεγάλα θέατρα, οι μοιραίες του καν - καν, η Γκουλύ, η Οτερό, αντικείμενα πόθου, οδηγούσαν ισχυρούς και πλούσιους άντρες σε αυτοκτονία. “Μια δύναμη που διέφθειρε κι αποδιοργάνωνε το Παρίσι ανάμεσα στις ολόλευκες γάμπες της, κάνοντάς το να νοθεύεται. Η εκδίκηση των άθλιων και περιφρονεμένων από τους οποίους προέρχονται”, γράφει ο Εμίλ Ζολά στη “Νανά”.

Από αυτή την ατμόσφαιρα ρομαντισμού κι ανεξαρτησίας, ποίησης κι αδέσποτης ζωής, η Μονμάρτη έχει κρατήσει ελάχιστα στοιχεία. Οι εποχές άλλαξαν, το τοπίο όχι τόσο, οι άνθρωποι άλλαξαν. Κάποιους παρασύρει ο μύθος, άλλους η αισχροκέρδεια. Και να, δες! Από τη μία στα σκαλοπάτια άρπες και κιθάρες ,κρουστά και σαξόφωνα. Μια μουσική, μια αίσθηση ονείρου σαν αυτού που ζει η Αμελί στην Μονμάρτη, στη γνωστή ταινία. Κι οι ζωγράφοι στην Πλας ντι Τετρ, ανάμεσα σε εκατοντάδες καρέκλες των υπαίθριων καφέ και τουρίστες, αφοσιωμένοι, καλοί τεχνίτες. Από την άλλη, οι πλανόδιοι ζωγράφοι, μετανάστες οι περισσότεροι, βρίζονται ποιος θα πάρει τον πελάτη. Και τα χωρίς λόγο πανάκριβα καφέ, οι τουριστικές κρεπερί που σερβίρουν τα χειρότερα κι ακριβότερα. Μετάλλαξη. Απομεινάρια ενός μύθου που πουλάνε καλά στο κέντρο της Μονμάρτης. Μπρος στα μεγάλα μεγέθη και την αφθονία τέχνης και διανόησης στο Παρίσι, η Μονμάρτη φαντάζει ακόμη περιθωριακή και καλτ. Υπάρχουν απομεινάρια του μύθου, ατμόσφαιρα παλιάς Μονμάρτης, παραπέρα, στους μικρούς ανηφορικούς δρόμους που περιβάλλουν το λόφο. Ας συνεχίσουμε τη βόλτα μας.

Η πιο μεγάλη συλλογή, πάνω από 300 έργα, γλυπτών του Νταλί βρίσκεται στην οδό Poulbot, στην Πλας ντι Τετρ. Γκραβούρες και λιθογραφίες συμπληρώνουν τη συλλογή αυτής της γκαλερί κι ένα ωραίο giftshop με εκατοντάδες ιδέες για δώρα. Το Μουσείο της Μονμάρτης είναι πίσω από την πλατεία και φιλοξενεί εκθέματα από το ιδιαίτερο παρελθόν της περιοχής. Υπάρχουν και “ανοιχτά σπίτια” καλλιτεχνών που εκθέτουν τη δουλειά τους μέσα στα εργαστήριά τους, παρακάμπτοντας τις γκαλερί κι ότι συνεπάγεται αυτό.

Τα μπιστρό, το ένα μετά το άλλο. Εδώ επινοήθηκε η ίδια η λέξη, στο εστιατόριο Λα Μερ Κατρίν, όπου οι ρώσοι στρατιώτες –κατά την κατοχή του Παρισιού το 1814- χτυπούσαν τα χέρια στο τραπέζι φωνάζοντας “μπιστρό” που στα ρωσικά σημαίνει “γρήγορα”.
Φεύγουμε από την πολύβουη πλατεία, αναζητώντας κάτι από την παλιά Μονμάρτη, τον αμπελώνα. Ο λόφος μέχρι το 1920 ήταν γεμάτος αμπελώνες. Ο τελευταίος που έχει απομείνει και γιορτάζουν ακόμη τον τρύγο το πρώτο Σάββατο του Οκτωβρίου, είναι απέναντι από το θρυλικό καμπαρέ Lapin Agile. Αυτό με την ταμπέλα του κούνελου που πετάγεται από την κατσαρόλα, την οποία ζωγράφισε ο Αντρέ Ζιλ. Το λάιβ μιούζικ καμπαρέ προσφέρει και σήμερα στους θαμώνες βραδιές ποίησης, γαλλικό τραγούδι, ποτό και φαγητό.

Στενοί ανηφορικοί δρόμοι, σκαλοπάτια, πανέμορφα παλιά τετραώροφα με λουλουδιασμένα μπαλκόνια και κόκκινες σοφίτες, μονοκατοικίες με κήπους, οικογένειες, ησυχία, είναι η άλλη όψη της Μονμάρτης. Πίσω από το θόρυβο, από το κέντρο, προς το Κοιμητήριο και βόρεια μέχρι την ημι – περιφερειακή οδό Caulaincourt. Εκεί μέσα και το παραμυθένιο ροζ σπίτι που αποθανάτισε ο Μορίς Ουτριλό σε πίνακά του, το Λα Μεζόν Ροζ, καλό γαλλικό μπιστρό σήμερα. Κονφί πάπιας, σαλιγκάρια βουργουνδίας, καλό σπιτικό κρασί και… επιτρέπεται το κάπνισμα.
Υπάρχουν σοκάκια σαν αυλές, διατηρημένα σπίτια των αρχών του αιώνα, δείγματα αρχιτεκτονικής αρ ντεκό, δρόμοι μόνο με σκαλιά, άλλοι μικρότεροι με πύλες, μικρά πράσινα ανοίγματα σαν πλατείες κι από μαγαζιά μόνο μικρά μπακάλικα και μανάβικα. Πραγματικά θυμίζει το σκηνικό της γειτονιάς όπως το είδαμε στην ταινία “Αμελί”. Άλλωστε εδώ βρίσκεται το Καφέ ντε Μουλέν, όπου εργαζόταν η ηρωίδα της ταινίας. Και η πλατεία Νταλιντά, με την προτομή της ντίβας που έθεσε τέρμα στη ζωή της το 1987 αφού προηγουμένως το είχε ανακοινώσει σε συναυλία της στο κοινό. Προχωρούμε προς τον περίφημο ανεμόμυλο που έχει διασωθεί και γνωρίζουμε από τον διάσημο πίνακα του Ρενουάρ Μουλέν ντε Γκαλέτ. Σήμερα το διατηρημένο οίκημα είναι ένα καλό, ακριβό εστιατόριο, με τον μύλο απέξω και μέσα διακοσμημένο βασικά με Ρενουάρ. Κοντά η μικρή πλατεία Εμίλ Γκουντό, γνωστή από το βίο του Πικάσο και του Ζακόμπ. Και το σινεμά Στούντιο 28 που άφησε εποχή όταν, το 1930, οι θεατές αφού είχαν δει σε πρεμιέρα την κλασσική σουρεαλιστική ταινία του Μπουνιουέλ “Η Χρυσή Εποχή”, άρχισαν να πετάνε αυγά και μελάνι στην οθόνη. Στο φουαγιέ του σινεμά που λειτουργεί και σήμερα, μπορεί κανείς να δει τα αποτυπώματα των βημάτων του Μπουνιουέλ και του Κοκτό.
Πέντε ώρες σεργιάνι στη Μονμάρτη δεν μας φτάνουν. Υπό τον ήχο της μικρής λατέρνας, χαλαρώνεις το βράδυ σε μια μπρασερί με κρασί και παραδοσιακό μπουργκινιόν. Σίγουρη επιλογή, τα μέρη που πάνε μόνο ντόπιοι. Τα ρεστοράν με τα οστρακοειδή ήταν γεμάτα τουρίστες.
Γυρίζοντας με τα πόδια από τη λεωφόρο Clichy προς Πιγκάλ, μια μεγάλη ουρά έξω από το Λα Σιγκάλ. Λάιβ μουσική σκηνή, απόψε παίζει γαλλικό χιπ χοπ κι οι πιτσιρικάδες, μετανάστες δεύτερης γενιάς είναι ορκισμένοι ράπερς. Στο ξακουστό Μουλέν Ρουζ πάλι, πέρα από την Πιγκάλ, το πρόγραμμα έχει αρχίσει και περισσότερο μπαίνουν επισκέπτες. Οι γάλλοι το θεωρούν κακόγουστο. Αυθεντικό στοιχείο του καμπαρέ σήμερα, ο κόκκινος μύλος –ο δεύτερος που απέμεινε στη Μονμάρτη- και το καν καν. Έγινε διάσημο από τους πίνακες του Τουλούζ Λωτρέκ που ζωγράφισε τις χορεύτριες Ζαν Αβρίλ και Ιβέτ Γκιμπέρ, κι από το στριπτίζ που γεννήθηκε εδώ το 1893.
Τα πρωινά ο λόφος της Μονμάρτης μοιάζει αλήθεια με χωριό, όπως τον αποκαλούν οι παριζιάνοι, μπρος στη κίνηση, τα πλήθη και τα μεγέθη αυτής της μεγαλούπολης. Τα βράδια πάλι, είναι μια γειτονιά των νέων, τουλάχιστον στο κέντρο. Δεν υπάρχει νύχτα από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, που να μην γίνεται κανονική συναυλία στα σκαλιά της Σακρ Κερ, με τους μουσικούς να εναλλάσσονται ανά ώρα. Μέχρι και υπαίθριο σινεμά στήνεται, στο άψε σβήσε με μια φουσκωτή οθόνη που δεν είχα ξαναδεί. Απόψε παίζει μια παλιά γαλλική ταινία, κι όταν τελειώνει, ανοίγει πάλι η μικροφωνική στα σκαλοπάτια κι ο αέρας γεμίζει ήχους ρέγκε και ροκ.
Από το ακορντεόν που παίζει λαϊκά γαλλικά τραγούδια μέχρι το σανσόν, κι από την ανέμελη ρέγκε μέχρι το επιθετικό ραπ των προαστίων, η Μονμάρτη αναπνέει από τους ρυθμούς του παρελθόντος, σ ΄ένα γοητευτικό, ανομοιογενές παρόν.

No comments: